ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗΣ “ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΛΑΓΙΑ”

Στο «Σκιές στην Απέναντι Πλαγιά», ο Γιάννης Δημητράκης υπογράφει μια συλλογή διηγημάτων όπου ο τρόμος δεν βρυχάται· ψιθυρίζει. Μια σειρά ιστοριών που ξεκινούν σαν καθημερινά επεισόδια ζωής και τελειώνουν σαν καθρέφτες παραμορφωτικοί, σιωπηλοί, ανελέητα ειλικρινείς.

Από την «Κούκλα» μέχρι την «Παραλία», ο συγγραφέας δεν κυνηγάει το φάντασμα· το ανακαλύπτει μέσα στους ανθρώπους. Και όσο προχωράς, συνειδητοποιείς πως το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο δεν είναι το υπερφυσικό, αλλά η αλήθεια του οικείου.

Στην καρδιά του βιβλίου βρίσκεται η ενοχή, όχι η ηθική, αλλά η υπαρξιακή.

Οι ήρωες του Δημητράκη είναι άνθρωποι που κουβαλούν ένα παρελθόν: μια σιωπή, μια απώλεια, μια μικρή πράξη αδιαφορίας που κάποτε πέρασε απαρατήρητη. Και τότε, κάτι, μια παρουσία, ένα αντικείμενο, ένας ήχος, επιστρέφει για να τους θυμίσει όσα προσπάθησαν να ξεχάσουν.

Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα πεθάνουν οι ήρωες του, αλλά για το πώς θα συνειδητοποιήσουν τι πέθανε μέσα τους.

Η φρίκη του είναι ανθρώπινη, όχι τερατώδης.

Είναι η φρίκη της συνείδησης που ξυπνά πολύ αργά.

Τα τοπία, χωριά, παραλίες, σπίτια, εκκλησάκια, λειτουργούν σαν πλάσματα.

Δεν είναι φόντο· είναι χαρακτήρες με δική τους βούληση.

Στο «Παραλία», η θάλασσα καταπίνει την ανθρώπινη αλαζονεία.

Στο «Δώρο Χριστουγέννων», ένα αθώο παιχνίδι κρατά μέσα του την οργή της μνήμης.

Στο «Επιστροφή», το ίδιο το σπίτι μετατρέπεται σε θεματοφύλακα ενοχών.

Ο Δημητράκης γνωρίζει πως η φύση δεν συγχωρεί, απλώς περιμένει. Και όταν απαντά, το κάνει χωρίς κραυγές· με τη σιωπή του ανέμου, με τον απόηχο ενός κυματισμού.

Η γλώσσα του συγγραφέα είναι σχεδόν ψυχρή, καθαρή, δωρική, χωρίς περιττούς στολισμούς. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη νηφαλιότητα κρύβεται μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη.

Οι διάλογοι είναι φυσικοί, οι περιγραφές κινηματογραφικές, το συναίσθημα ποτέ εξαναγκασμένο.

Ο ρυθμός θυμίζει παλμό καρδιάς που σταδιακά επιταχύνεται.

Ο αναγνώστης νιώθει τη σύσπαση πριν τον φόβο, τη γνωστή εκείνη στιγμή που δεν έχει συμβεί ακόμη τίποτα, αλλά το σώμα ξέρει πως κάτι έρχεται.

Εκεί βρίσκεται το μεγαλείο του συγγραφέα: γράφει τρόμο χωρίς να δείχνει τον τρόμο.

Οι ήρωες του, ούτε άγιοι ούτε δαίμονες· άνθρωποι.

Οικογένειες, παιδιά, ζευγάρια, φίλοι, μικροί πυρήνες καθημερινότητας που σταδιακά διαλύονται όταν έρχεται η ώρα της αποκάλυψης.

Κανείς δεν είναι τελείως αθώος, κανείς εντελώς ένοχος.

Οι ήρωες βιώνουν την τιμωρία τους όχι ως θεϊκή παρέμβαση, αλλά ως αντανάκλαση των ίδιων τους των πράξεων.

Ό,τι συνέβη «εκείνη τη φορά» δεν έχει περάσει, έχει απλώς αλλάξει μορφή.

Στην ελληνική λογοτεχνία, λίγοι συγγραφείς έχουν καταφέρει να φέρουν τον τρόμο τόσο κοντά στη ρεαλιστική αφήγηση.

Το έργο, «Σκιές στην Απέναντι Πλαγιά» δεν είναι ένα «βιβλίο τρόμου» με την κλασική έννοια. Είναι μια μελέτη πάνω στο πένθος, στη σιωπή, και στην αθέατη πλευρά του εαυτού μας.

Είναι ελληνικός τρόμος χωρίς εξάρτηση από ξένα μοτίβα, μια φωνή που αντλεί την ένταση της όχι από τα τέρατα, αλλά από την ψυχή.

Το βιβλίο στέκει επάξια ανάμεσα στα σημαντικότερα δείγματα σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας τρόμου/μυστηρίου, με αισθητική ωριμότητα, καθαρό ρυθμό και υποδόριο υπαρξιακό βάθος.

Όταν κλείνεις το βιβλίο, έχεις την αίσθηση ότι κάτι μένει, ένα βλέμμα, μια φράση, μια σκιά που περνά αργά μέσα από τον τοίχο.

Ο Δημητράκης δεν γράφει για να σε τρομάξει· γράφει για να σε κάνει να θυμηθείς πόσο εύθραυστο είναι το φως.

Κι αν κάτι απομένει μετά την τελευταία σελίδα, είναι η σιωπή. Η σιωπή εκείνης της απέναντι πλαγιάς που πάντα, μα πάντα, μας κοιτά.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Γιάννης Δημητράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977, όπου εξακολουθεί να διαμένει. Μοιράζει τη συγγραφή του ανάμεσα στην αστυνομική λογοτεχνία, τη λογοτεχνία μυστηρίου και την ελεύθερη αρθρογραφία. Αντλεί την έμπνευσή του από αληθινές ιστορίες, ιστορίες αρχαίων πολιτισμών και φυσικά από τον κόσμο του εγκλήματος και της φαντασίας.

(Πηγή: “ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ”, 2024)