ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ “Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΕ ΤΙΤΛΟΥΣ”

Όταν ο τίτλος κατεβαίνει από τη θέση του

Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, εκδόσεις Ηριδανός

Κριτική από τη συντακτική ομάδα του Storywits

Ο τίτλος δεν μένει έξω από το ποίημα στη συλλογή της Μαρίας Κούρση. Μπαίνει μέσα του, κυκλοφορεί ανάμεσα στους στίχους, συλλαβίζεται, κρύβεται, κατηγορείται, υπερασπίζεται τον εαυτό του και, κάποτε, αρνείται ακόμη και να δεχθεί ερωτήσεις μετά το τέλος του ποιήματος. Δεν προηγείται απλώς του κειμένου για να το ονομάσει· γίνεται ένα από τα πρόσωπά του. Το ίδιο συμβαίνει με τη Λέξη, τους Στίχους και την Ποίηση, που παύουν να αποτελούν μόνο υλικά της γραφής και αποκτούν σώμα, μνήμη, βούληση, φόβο και δικαίωμα στην απουσία.

Ήδη από τα περιεχόμενα διακρίνεται η μελετημένη αρχιτεκτονική του βιβλίου. Οι ενότητες «Οχτώ τίτλοι κατηγορούνται», «Τίτλοι υπεράσπισης», «Τίτλοι κατηγορίας» και «Τίτλοι Αιθουσών» στήνουν αρχικά μια ιδιότυπη δίκη, η οποία σταδιακά μετατρέπεται σε θεατρική παράσταση. Οι τίτλοι κατηγορούν και κατηγορούνται, οι λέξεις καταθέτουν, οι μάρτυρες αλλάζουν ρόλους, οι αίθουσες γεμίζουν και, προς το τέλος, η παράσταση ολοκληρώνει τη «σεζόν» της και μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί το δικαστικό και το θεατρικό λεξιλόγιο ως περιστασιακό εύρημα· οργανώνει μέσα από αυτό ολόκληρη τη συλλογή.

Τα επιρρήματα που τιτλοφορούν τα ποιήματα —«Ενστικτωδώς», «Παραλλήλως», «Μεγαλοφώνως», «Αιωνίως», «Συνεπώς», «Αληθώς», «Ανελλιπώς», «Ψευδώς», «Λεληθότως»— δεν συνοψίζουν το περιεχόμενό τους. Δηλώνουν περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο κάτι συμβαίνει ή εκφέρεται. Λειτουργούν συχνά σαν σκηνικές οδηγίες, σαν μια υπόδειξη του τόνου, της κίνησης ή της οπτικής που θα ακολουθήσει. Ακριβώς εδώ ο τίτλος της συλλογής, Ο χρόνος σε τίτλους, αποκτά το πλήρες νόημά του: ο χρόνος δεν καταγράφεται ως ευθύγραμμη πορεία, αλλά διασπάται σε τρόπους, στιγμές, συχνότητες, βεβαιότητες και διαψεύσεις. Οι μήνες αλλάζουν θέση, οι εποχές εφευρίσκονται, οι μέρες επιστρέφονται επειδή δεν χρησιμοποιήθηκαν και τα χρόνια δεν συμπίπτουν πάντοτε με την ηλικία εκείνου που τα κουβαλά.

Η μεταποιητική διάσταση της συλλογής είναι έντονη, χωρίς να περιορίζεται σε μια ψυχρή άσκηση πάνω στη γλώσσα. Ο Εξώδιος Αέρας ξυπνά το ποιητικό πρόσωπο, οι λέξεις εκρήγνυνται, ο Τίτλος εμφανίζεται στον αέρα, ενώ «η εγκατάλειψη ενός ποιήματος / έπρεπε να είναι αδίκημα». Στο «Μεγαλοφώνως», μετά το πέρας του Ποιήματος, «η λέξη του Τίτλου / δεν θα δεχθεί ερωτήσεις». Αλλού, τα ποιήματα «ζουν μόνο με λίγο αέρα», χωρίς να ενοχλούν ή να απαιτούν, και η Ποίηση εμφανίζεται να έχει υπάρξει κάποτε παιδί. Η συλλογή δεν σχολιάζει απλώς τη διαδικασία της γραφής· κατασκευάζει έναν κόσμο όπου η γραφή αποτελεί τρόπο ύπαρξης και οι λέξεις μπορούν να υποστούν όσα υφίστανται και οι άνθρωποι: εγκατάλειψη, ενοχή, αγάπη, εξορία και λήθη.

Ο κόσμος αυτός έχει τη δική του γεωγραφία. Ο άνεμος, τα δέντρα, η θάλασσα, η πέτρα, οι όχθες και οι μήνες επιστρέφουν από ποίημα σε ποίημα, όχι ως λυρικό σκηνικό αλλά ως ενεργές παρουσίες μιας προσωπικής μυθολογίας. «Με κοιτάζουν τα δέντρα. / Με θυμούνται», δηλώνει η πρώτη σελίδα των «Τίτλων κατηγορίας», αντιστρέφοντας τη συνηθισμένη σχέση ανθρώπου και φύσης. Σε άλλο ποίημα, το σπίτι κλειδώνεται το βράδυ και το πρωί βρίσκεται γεμάτο δέντρα. Στους «Τίτλους Αιθουσών», όσοι τίτλοι φέρουν δέντρα διατάσσονται να μείνουν έξω, εκείνοι όμως τα κρύβουν βαθιά μέσα στο μυαλό τους και εισέρχονται ανενόχλητοι. Ακόμη και στην τελευταία ποιητική σελίδα μένουν «Δέντρα στους τίτλους / Δέντρα σε τίτλους», τα σκαλιά που ανέβηκαν και μια απόφαση που δεν πάρθηκε. Το μοτίβο δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά· αλλάζει λειτουργία και βάρος κάθε φορά που επιστρέφει.

Οι «Τίτλοι Αιθουσών» αποτελούν το καθαρότερο αρχιτεκτονικό ανάπτυγμα αυτής της σύλληψης. Το βιβλίο μετατρέπεται σε κτίριο και οι σελίδες του σε διαδοχικούς χώρους παράστασης. Στην πρώτη αίθουσα οι καρέκλες ιδρώνουν, τα γράμματα ενοχλούνται και η αίθουσα κοιτάζει τους παρευρισκομένους από ψηλά. Στη δεύτερη, μια βρόμικη λάμπα και ένας αδέξιος συνωμότης στήνουν ένα μικρό δικαστικό επεισόδιο. Στην τρίτη, μια γυναίκα κατεβαίνει τα σκαλιά και ολόκληρα δέντρα πέφτουν στους ώμους και στο πρόσωπό της. Στην τέταρτη, το φεγγάρι αντικαθίσταται από τη λάμπα του χειρουργείου και από το βάρος μιας ανάκρισης, ενώ στην πέμπτη το μικρό σκυλί κάθεται στο μαξιλάρι και οι τοίχοι γίνονται πέρασμα διαφυγής.

Το σκηνικό δεν είναι ποτέ αδρανές. Οι αίθουσες κοιτάζουν, οι καρέκλες αισθάνονται, οι λάμπες συνωμοτούν και τα παράθυρα ζητούν συμπόνια. Τα αντικείμενα παύουν να υπηρετούν τα ανθρώπινα πρόσωπα και αποκτούν δική τους δράση. Η αντιστροφή αυτή αποτελεί μία από τις σταθερότερες τεχνικές της Κούρση: ο άνθρωπος δεν παρατηρεί απλώς τον κόσμο· παρατηρείται και κρίνεται από αυτόν.

Η θεατρικότητα κορυφώνεται στο «Ψευδώς». Η παράσταση φτάνει στο τέλος της σεζόν, οι κατηγορούμενοι γίνονται μάρτυρες και οι μάρτυρες κατηγορούμενοι, ενώ το έργο μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Οι πρώτοι συντελεστές αντιδρούν, φωνάζουν και διαμαρτύρονται· αντικαθίστανται από πιο υπάκουους, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει «φύρδην μίγδην», «κακήν κακώς» και απολύτως ανεπιτυχές. Το ποίημα δεν κλείνει απλώς τη θεατρική ενότητα· υπονομεύει την ίδια την ανάγκη να κριθεί η τέχνη με όρους επιτυχίας και αποτυχίας. Η παράσταση μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη, οι λέξεις όμως έχουν ήδη διαφύγει από τους ρόλους που τους ανατέθηκαν.

Στις αίθουσες και στους δρόμους της συλλογής κατοικούν και οι μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης. Ο Καρυωτάκης περπατά σκυφτός ανάμεσα στα δέντρα και στη θάλασσα. Η Μαρία Πολυδούρη μιλά φορώντας ένα αγέρωχο κίτρινο φουστάνι. Η Λουκία από τη Σμύρνη βγάζει τα παπούτσια της, ανοίγει το βιβλίο και κάθεται στη σελίδα 32. Ο Γιάννης Ρίτσος περιμένει για δείπνο, η Έλλη Λαμπέτη διαβάζει Καβάφη πίσω από ένα μισοφωτισμένο παράθυρο και ο Σολωμός κοιτάζει τη θάλασσα. Δίπλα τους εμφανίζονται ο Hugo, η Βακαλό, ο Moravia, ο Rimbaud, ο Éluard, ο Apollinaire και ο Dostoevsky, ενώ ο Montand, η Piaf, ο Χατζιδάκις και ο Vivaldi μεταφέρουν τη συλλογή από τη λογοτεχνία στη μουσική.

Οι αναφορές αυτές δεν τοποθετούνται στο κείμενο ως επιδείξεις γνώσης ή ως υποσημειώσεις κύρους. Εντάσσονται στον ίδιο παράξενο αλλά συνεπή κόσμο με τα δέντρα, τους τίτλους και τις αίθουσες. Οι δημιουργοί δεν παρουσιάζονται ως μακρινά μνημεία· κινούνται, συνομιλούν, περιμένουν, χορεύουν, διαβάζουν και δειπνούν. Η τέχνη δεν αντιμετωπίζεται ως παρελθόν που πρέπει να τιμηθεί, αλλά ως ζωντανή κοινότητα μέσα στην οποία η συλλογή διεκδικεί τη θέση της.

Κάτω από την ευρηματική κατασκευή διακρίνεται σταθερά μια βαθιά ανθρώπινη αγωνία. «Θέλω να φύγω όπως πρέπει. / Δεν ξέρω τι σημαίνει όπως πρέπει», γράφει η ποιήτρια στο «Συνεπώς». Αλλού, η φωνή οφείλει να επιστρέψει «τις πολλές μέρες / που δεν χρησιμοποίησα», ενώ στο «Ευτυχώς» παραδέχεται πως δεν γνωρίζει πόση ζωή έχει ακόμη. Στο «Βαθέως», το «Αφήστε με τώρα να φύγω. Πλήρωσα» ακούγεται σαν απολογισμός μιας ολόκληρης διαδρομής. Ο θάνατος, η φθορά, η απουσία και η ανεκπλήρωτη ζωή παραμένουν διαρκώς παρόντα, χωρίς να μετατρέπονται σε μελοδραματική εξομολόγηση. Η ειρωνεία, η αποστασιοποίηση και οι ανατροπές της γλώσσας συγκρατούν το συναίσθημα και το προστατεύουν από την ευκολία.

Αυτή η ισορροπία είναι μία από τις σημαντικότερες αρετές της συλλογής. Ένας τόσο ισχυρός μεταποιητικός μηχανισμός θα μπορούσε να παραμείνει διανοητικό παιχνίδι. Δεν συμβαίνει, επειδή πίσω από κάθε τίτλο που μετακινείται και κάθε λέξη που αποκτά σώμα διακρίνεται μια φωνή που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τον χρόνο. Ο άνεμος, τα δέντρα και οι αίθουσες δεν κρύβουν το ανθρώπινο βίωμα· επιτρέπουν να εκφραστεί χωρίς να εκτεθεί ολοκληρωτικά.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η μορφή της σελίδας. Οι στίχοι δεν τοποθετούνται πάντοτε σε έναν σταθερό άξονα, αλλά απομακρύνονται, κατεβαίνουν χαμηλότερα, χωρίζονται ή στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλο. Οι παρενθέσεις λειτουργούν σαν ψίθυροι και σχόλια από τα παρασκήνια, ενώ οι αναφορές σε συγκεκριμένες σελίδες δημιουργούν εσωτερικά περάσματα μέσα στο ίδιο το βιβλίο. Το λευκό δεν αποτελεί κενό προς συμπλήρωση· λειτουργεί ως παύση, σκηνή και σιωπή. Καθώς η συλλογή πλησιάζει προς το τέλος της, ο λόγος αραιώνει, σαν η γλώσσα να αποσύρεται συνειδητά και να παραχωρεί χώρο σε όσα δεν μπορούν να ειπωθούν.

Η καταληκτική κίνηση παραμένει απολύτως συνεπής με όσα προηγήθηκαν. Μετά την παράσταση που δηλώνεται ανεπιτυχής, δεν ακολουθεί μια μεγάλη τελεσίδικη διακήρυξη. Στο «Λεληθότως» απομένουν τα δέντρα, τα σκαλιά που ανέβηκαν και η απόφαση που δεν πάρθηκε. Η συλλογή δεν επιλύει τη δίκη που η ίδια άνοιξε. Αφήνει τους τίτλους χωρίς οριστική ετυμηγορία και την ποίηση ελεύθερη να συνεχίσει τη ζωή της έξω από το βιβλίο.

Ο χρόνος σε τίτλους είναι μια συλλογή με σαφή ποιητική ταυτότητα και προσεκτικά οργανωμένη εσωτερική δομή. Η μεταποιητική ματιά, η θεατρικότητα, η συνομιλία διαφορετικών τεχνών, το λεπτό χιούμορ και η επιστροφή των ίδιων εικόνων συγκροτούν έναν κόσμο αυτόνομο και αναγνωρίσιμο. Δεν ζητά να αποκρυπτογραφηθεί σαν αίνιγμα ούτε να διαβαστεί ως άθροισμα ανεξάρτητων ποιημάτων. Ζητά να κατοικηθεί: να ανοίξουν οι αίθουσες, να ακουστούν οι λέξεις που έμειναν όρθιες στους διαδρόμους και να επιτραπεί στους τίτλους να εγκαταλείψουν, έστω για λίγο, τη θέση που τους είχε ορίσει η σελίδα.

Λίγα λόγια για την συγγραφέα

 

Η Μαρία Κούρση γεννήθηκε και σπούδασε στην Αθήνα. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει εκδώσει 18 βιβλία. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και ισπανικά. Είναι συντάκτρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Για δέκα χρόνια δημιούργησε ένα Εργαστήρι Λογοτεχνίας στο οποίο και δίδαξε στο Λεόντειο Λύκειο. Έχει εκπροσωπήσει την Ελλάδα σε διεθνή φεστιβάλ Ποίησης και σε συνέδρια με θέματα Λογοτεχνίας. Ποιήματά της έχει μελοποιήσει ο Κώστας Λειβαδάς με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη στο cd με τίτλο «Από τον Ευριπίδη στη Μαρία Κούρση». Κείμενά της διδάσκονται σε πανεπιστήμια του εξωτερικού κι έχουν ανθολογηθεί σε πολλά βιβλία και περιοδικά στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε συνεργασία με το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος έγραψε τα κείμενα στο βραβευμένο έργο «Cosmos: Πολιτισμική Ώσμωση – Μυθολογία και Τέχνη». Το 2022 βραβεύτηκε από το περιοδικό Χάρτης για το βιβλίο της για παιδιά « Ο Μύθος του βασιλιά Ερυσίχθονα». Το 2023 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα για το βιβλίο της « Εξόδιος Αέρας».

(Πηγή: https://bookpoint.gr/)