Υπάρχουν ποιητικές συλλογές που μοιάζουν με ήρεμες επιφάνειες νερού – λίμνες γαλήνιες όπου ο αναγνώστης καθρεφτίζεται δίχως αναταράξεις, δίχως φόβο. Η συλλογή «Με ρωτάς γιατί χάνομαι» δεν ανήκει σε αυτές. Αντιθέτως είναι ένας κυκεώνας από ψιθύρους και κραυγές, ένας λαβύρινθος σκιών , όπου η αλήθεια, δεν αποκαλύπτεται ποτέ ολόκληρη , αλλά αιωρείται μισοσβησμένη , ανάμεσα στο φως και στην ομίχλη της μνήμης.
Η συλλογή «Με ρωτάς γιατί χάνομαι» δεν είναι απλώς ένα ποιητικό έργο -είναι μια εξερεύνηση της αυτογνωσίας και της σιωπηλής πάλης του εαυτού με τον κόσμο. Μέσα από τα ποιήματα που τη συνθέτουν, η ποιήτρια δημιουργεί ένα κλειστό, σχεδόν αποπνικτικό κόσμο, όπου η εσωτερική φωνή δεν ακούγεται ως κραυγή αλλά ως ψίθυρος που επιμένει.
Τα ποιήματα της συλλογής δεν λειτουργούν ως ξεχωριστές οντότητες , αλλά ως κομμάτια ενός θραυσματικού καθρέφτη, όπου κάθε κομμάτι αντανακλά μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας εσωτερικής αναζήτησης.
Από το πρώτο ποίημα έως το τελευταίο , η συλλογή χτίζει μια ένταση που δεν εκτονώνεται ποτέ πραγματικά. Το ποιητικό εγώ δεν εκφράζει ανοιχτά τον πόνο του ∙τον μετατρέπει σε εικόνες, επαναλήψεις, σιωπές και κρυφές κραυγές.
Στο ποίημα «Απωθημένα» , η απουσία γίνεται μια σιωπηλή καταδίκη. Ο βολεμένος εαυτός συγκρούεται με τις επιθυμίες που έμειναν ανολοκλήρωτες και η ποίηση γίνεται ένας τρόπος να αποκαλυφθεί η ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Το ποίημα μοιάζει με καθρέφτη που τρέμει, έτοιμος να σπάσει.
«Πίστεψες λαθεμένα πώς έτσι είσαι εσύ.»
Εδώ το ποιητικό εγώ δεν προσπαθεί να απελευθερωθεί-απλώς αναγνωρίζει τη φυλακή της συνήθειας.
Στο «Ζωή» , το ποίημα μετατρέπεται σε μια φιλοσοφική ερώτηση. Η ζωή παρουσιάζεται σαν παράξενος μηχανισμός, ακατανόητος και γεμάτος αντιφάσεις. Το ποιητικό υποκείμενο αναμετράται με την πιθανότατα ότι η δυσκολία της ύπαρξης δεν οφείλεται στη ζωή, αλλά στην ανθρώπινη αδυναμία.
« Ή η ζωή περιμένει πολλά από εμάς
Ή εμείς πολλά από αυτήν.»
Η απορία αυτή δεν απαντάται -παραμένει μετέωρη στο χώρο ως εκκρεμές που αιωρείται άνευ προορισμού.
Τα «Μπαούλο» και «Σκρόφα», είναι δύο ποιήματα που λειτουργούν σαν παράλληλες όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο πρώτο το ποιητικό εγώ είναι φυλακισμένο σε μια κληρονομιά συναισθηματικού βάρους, εγκλωβισμένο σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να αποτινάξει. Το μπαούλο δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο- είναι ένα φορτίο, ένας σιωπηλός δεσμώτης που κουβαλάει τις αδυναμίες και τις απορρίψεις.
«Που να καταλάβει το παιδί
Πως καθρεφτίζουν πάνω του
Τη δική τους πικρία»
Το παιδί δεν έχει λόγο στην ιστορία του – είναι δέκτης του πόνου που προυπήρξε.
Από την άλλη στο «Σκρόφα» η ποιήτρια μας οδηγεί στην ωμή, ανεπιτήδευτη οργή, εκείνη που δεν χωρά σε ποιητικούς κανόνες, αλλά εκρήγνυται , διεκδικεί, απαιτεί.
«Βγες κούκλα μου
Για μια ακόμα φορά
Καν΄τα όλα πουτάνα»
Εδώ η γλώσσα εγκαταλείπει κάθε φίλτρο, κάθε συγκράτηση. Δεν είναι πλέον ψίθυρος, αλλά κραυγή, μια απόφαση να μην υπάρξει άλλη σιωπή.
Το ποίημα «Με ρωτάς γιατί χάνομαι» που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή , είναι ο πυρήνας της συλλογής. Δεν είναι μια εξήγηση -είναι μια πτώση μέσα την ίδια την αδυναμία να εξηγηθεί η εξαφάνιση.
Στο «Υποκλίνομαι Δάσκαλε» το ποιητικό υποκείμενο δεν καταγγέλλει, δεν θρηνεί, αποδέχεται, αναγνωρίζει και με έναν τρόπο σχεδόν ιερό, στέκει ενώπιον του εαυτού του με συναίσθημα και γυμνότητα.
«Κατάφερες τελικά να μου μάθεις
Να αγαπώ τον εαυτό μου»
Η παραδοχή αυτή δεν αναιρεί τον πόνο- τον μεταμορφώνει. Δεν είναι λύτρωση, αλλά μια στιγμή ησυχίας μέσα στη θύελλα. Μια στάση αναπνοής πριν συνεχισθεί η αέναη αναζήτηση.
Η συλλογή «Με ρωτάς γιατί χάνομαι» είναι μια συλλογή που δεν λέει πολλά, αλλά αφήνει πίσω τη εκκωφαντική σιωπή. Δεν είναι ποίηση που επιδιώκει να παρηγορήσει ή να λυτρώσει. Είναι ποίηση που ανοίγει πληγές, που υπενθυμίζει ότι κάποια συναισθήματα δεν επιδέχονται επεξήγησης.
Αυτή, η πρώτη εκδοτική προσπάθεια της Μαρίας Σωμαράκη, αποδεικνύει ότι η ποιήτρια δεν γράφει απλώς για να εκφραστεί. Γράφει για να αφήσει ένα αποτύπωμα- όχι στις σελίδες αλλά στην ψυχή του ίδιου του αναγνώστη.
Συνολικά είναι μια ώριμη και καλοδουλεμένη συλλογή , μια δυνατή πρώτη εκδοτική προσπάθεια, που αποκαλύπτει ότι η ποιήτρια διαθέτει μια ισχυρή φωνή και έναν βαθύ ποιητικό στοχασμό. Είναι μια κατάδυση στο σκοτάδι της ανθρώπινης εμπειρίας, μια ποίηση που δεν γράφτηκε για να παρηγορήσει αλλά για να καθρεφτίσει την ακατέργαστη μορφή της αλήθειας. Είναι μια συλλογή που δεν διαβάζεται βιαστικά – απαιτεί χρόνο, χώρο και εσωτερική ησυχία ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να αφεθεί στη ροή της.
«Με ρωτάς γιατί χάνομαι»- και ίσως τελικά η απάντηση να είναι πως μόνο όταν χάσουμε τον εαυτό μας μπορούμε να βρούμε κάτι αληθινό.
Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Είμαι μαμά, σύζυγος, εργαζόμενη, crafter … Ζω και εργάζομαι στην Βόρεια Ελλάδα. Οι σπουδές μου είναι πάνω στην Συμβουλευτική Ψυχολογία, το Life Coaching και είμαι πιστοποιημένη Βιοθυμική/ Κλινική Υπνοθεραπεύτρια. Συνεχίζω με ηχομασάζ και φυσικά τα αγαπημένα μου ανθοϊάματα.
(Πηγή: “Maria Somaraki”, 2024)